τράκος

τράκος
ο см. τράκο

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "τράκος" в других словарях:

  • ATRAX — I. ATRAX Aetoliae fluv. qui infunditur Ionio, et ab eo est initium Achaiae. Catullus, Epigr. 96. v. 5. Smyrna cavas Atracis penitus mittetur ad undas. Vide Strab. l. 9. et Plin. l. 4. c. 2. II. ATRAX Princeps fuit Thessaliae, pater Hippocrateae,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • τράκο — το, και τράκος, ο, Ν 1. σύγκρουση, τρακάρισμα 2. ναυτ. συμπλοκή σώμα με σώμα πάνω στο κατάστρωμα πλοίου 3. μτφ. δριμεία επίπληξη 4. φρ. α) «έπαθε τράκο» έπαθε μεγάλη ζημιά, τόν βρήκε συμφορά β) «βάρδα τράκο» ναυτ. (ιδίως σε ιστιοφόρα) κέλευσμα… …   Dictionary of Greek

  • τράκο — τράκο, το και τράκος, ο 1. σύγκρουση, τρακάρισμα: Τέτοιο τράκο, τέτοια καταστροφή. 2. μτφ., επίθεση, επίπληξη, μάλωμα: Του δωσα τράκο, που κοκκίνισε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»